Σχεδόν σαν να έχει χρεοκοπήσει ήδη λειτουργεί το ελληνικό κράτος. Μισθούς και συντάξεις φαίνεται ακόμα να πληρώνει τακτικά – αν και για κατηγορίες ολόκληρες συντάξεων και εφ’ άπαξ κάποια δημόσια ασφαλιστικά ταμεία χτυπούν κάθε τόσο συναγερμό, βλέποντας ότι τα έσοδά τους δεν αρκούν για να ανταποκριθούν στις άμεσες υποχρεώσεις τους. Αλλά τα δύο εξωφρενικά γεγονότα που αποκαλύφθηκαν την περασμένη εβδομάδα, η καθυστέρηση στη μίσθωση πυροσβεστικών ελικοπτέρων επειδή δεν είχαν πληρωθεί τα περυσινά χρέη και η δολοφονία του ανυπεράσπιστου μοναχικού φρουρού της αντιτρομοκρατικής μέσα στο χαλασμένο υπηρεσιακό αυτοκίνητο, αυτό δείχνουν: Μιαν εικόνα πελαγωμένου επιχειρηματία που χρωστάει παντού, δανείζεται και ξαναδανείζεται για βουλώσει όποια τρύπα κάθε στιγμή φαντάζει πιο πιεστική – χρειάστηκε να καεί ο Υμηττός για να ξεμπλοκαριστούν πόροι για την πυρόσβεση – και αφήνει πλήθος άλλες ανάγκες ακάλυπτες, αδυνατώντας να ιεραρχήσει και να προγραμματίσει ο,τιδήποτε.
Εκδηλώνοντας άλλωστε είτε ασύλληπτο κυνισμό, είτε αδιανόητη έλλειψη συναίσθησης των ευθυνών του, αυτήν ακριβώς την εικόνα είχε επιβεβαιώσει ο πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής στο κακότυχο τηλεοπτικό «ντιμπέιτ» πριν από τις ευρωεκλογές. Στο ερώτημα δημοσιογράφου για τους απλήρωτους από το Σεπτέμβριο ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς, απάντησε ότι ότι δεν θα χάσουν τα λεφτά τους, θα τα πάρουν … κάποτε, οι πληρωμές απλώς έχουν καθυστερήσει για λόγους «ρευστότητας»! Τι θα πει ρευστότητα, για ποιες δαπάνες είναι διαθέσιμη και για ποιες δεν είναι; Μπορούσαν να επικαλούνται έλλειψη ρευστότητας όλους αυτούς τους μήνες οι ωρομίσθιοι εκπαιδευτικοί για να μην πληρώνουν το νοίκι, το σουπερμάρκετ, τη ΔΕΗ; Ή ήσαν αναγκασμένοι να βρουν οποιεσδήποτε άλλες εξοντωτικές «μαύρες» δουλειές στον ελεύθερο χρόνο τους για να τα φέρουν βόλτα, εις βάρος της προσφοράς τους στο σχολείο;
Όταν έτσι όμως διαχειρίζεται η κυβέρνηση τα δημόσια οικονομικά, κοντά το μισό ΑΕΠ της χώρας δηλαδή, στο όνομα της συγκράτησης των δαπανών που υποτίθεται ότι επιδιώκει, στην πραγματικότητα πολλαπλασιάζει το κόστος για την οικονομία συνολικά, για την κοινωνία ολόκληρη, εντέλει και για τον ίδιο τον κρατικό προϋπολογισμό. Δεν χρειάζεται να περιμένουμε τις ακριβείς μετρήσεις που θα μας δώσει σε δύο χρόνια η διεπιστημονική επιτροπή μελέτης των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής και των εγχώριων πρακτικών που την επιδεινώνουν (τη συγκρότηση της μόλις ανακοίνωσε η Τράπεζα της Ελλάδος), για να καταλάβουμε π.χ. ότι όταν δεν διατίθενται επαρκείς πόροι για την πρόληψη πυρκαγιών προκαλούνται καταστροφές που κοστίζουν πάρα πολύ περισσότερο. Ο σημερινός δημοσιονομικός εκτροχιασμός άλλωστε το 2007 ξεκίνησε, όταν κάηκε η Πελοπόννησος, χάθηκαν δεκάδες ζωές, καταστράφηκαν δάση, καλλιέργειες και οικισμοί, και η κυβέρνηση πήγε να τα μπαλώσει μοιράζοντας επιδόματα και φοροαπαλλαγές… Μια άλλη μελέτη θα έπρεπε να διερευνήσει τις επιπτώσεις των ελλειπών δημόσιων πόρων για την εκπαίδευση στην απασχόληση και στην ανεργία, στην παραγωγική ικανότητα της οικονομίας και στη διόγκωση παρασιτικών δραστηριοτήτων που πάνε να καλύψουν τα κενά, τις στρεβλώσεις που συνεπάγονται από κάθε αναπτυξιακή και εκπαιδευτική άποψη. Δεν έχει σχεδιαστεί από όσο ξέρουμε, αλλά και χωρίς αυτήν όλοι έχουμε μιαν αίσθηση της σπατάλης πόρων και ανθρώπινου δυναμικού, χρόνου από τη ζωή νέων ανθρώπων, που συντελείται, της επιβάρυνσης στο πορτοφόλι των γονιών τους, επειδή δεν χρηματοδοτείται σωστά το εκπαιδευτικό σύστημα.
Δεν πρόκειται προφανώς μόνο για λογιστικό ζήτημα, αλλά και για τις ακολουθούμενες πολιτικές, καθώς και για τις δημόσιες και κοινωνικές πρακτικές που συνδέονται με τα κονδύλια. Η Ελλάδα είναι ωστόσο η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που στις συνθήκες της κρίσης δεν επανεξέτασε στο Κοινοβούλιό της τον κρατικό προϋπολογισμό, δεν αναθεώρησε δαπάνες, δεν συζήτησε την ιεράρχηση των αναγκών. Είναι επίσης μια χώρα που δεν προγραμματίζει δημοσιονομικές κατανομές θέτοντας προτεραιότητες μεσοπρόθεσμα, για τρία ή πέντε χρόνια, ούτε επιχειρεί να μετρήσει τα αποτελέσματα των δημοσίων δαπανών που πραγματοποιεί: στη φτώχεια π.χ., στις σχολικές επιδόσεις, στους περιβαλλοντικούς δείκτες, στην υγεία ή στην παραγωγικότητα. Για κάποιες πιλοτικές εφαρμογές των σχετικών κοινοτικών οδηγιών προϊδέαζε προ διετίας ο Γιώργος Αλογοσκούφης, και έκτοτε ουδέν, ή μάλλον αγροφύλακες…
Απόσπασμα από άρθρο της Ε. Παπαδάκη στην εφημερίδα Αυγή